Σάββατο 31 Μαΐου 2008

Δοκιμάζω τα όρια τής αντοχής μου

όταν υπερβαίνω τα σύνορα τής λογικής.

Ξεκινώ ένα δύσκολο ταξίδι

χωρίς συνοδοιπόρο.

(Αν μάθεις να βιώνεις τη μοναξιά,

μονάχα τότε επιβιώνεις)

Εγώ είμαι εγώ,

ακόμα και όταν δεν συνειδητοποιώ ποιoς είμαι,

όταν δεν αναγνωρίζω πράξεις ή λόγια μου,

όταν κάθε εξωτερική σύγκρουση τρέπεται σε ενδόμυχη.

Κάτι τέτοιες στιγμές

ψάχνω την παρηγοριά στα σοκάκια τής Νύχτας,

αναζητώ την ανακούφιση στις πλατείες τής Μοναξιάς,

διαβαίνοντας τη λεωφόρο τής Θλίψης.

Μού έχει μείνει μια μόνη αξία·

Μον-αξιά…

Εκεί που τελειώνει η μελαγχολία, η μοναξιά και η εγκατάλειψη

αρχίζει το όνειρο.

Σε κάθε τοίχο βλέπω ζωγραφισμένη τη Ματαιότητα

με χρώματα θαλασσινής ψυχής.

Τα παραμύθια ποτέ δεν μιλούσαν για δράκους

που επιβίωναν.

Το κακό πάντοτε εξορκιζόταν,

τα πριγκιπόπουλα ζούσαν ευτυχισμένα.

Κανείς δεν μού μιλούσε για τον πόνο,

για να μην πληγωθώ πρόωρα.

Με σκότωσαν, όμως, και με σκοτώνουν ακόμα

ακόμα και την ώρα που προσδοκώ την Ανάσταση

πάνω στα συντρίμμια μιας χαμένης ζωής

που δόθηκε πίσω στον Δημιουργό της...




Σ’ αυτές τις σκοτεινές κάμαρες, που περνώ

μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ

για να’ βρω τα παράθυρα. – Όταν ανοίξει

ένα παράθυρο θα’ ναι παρηγορία.-

Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ

να τα’ βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.

Ίσως το φως θα’ ναι μια νέα τυραννία.

Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.
....
Κ.Π.Καβάφης
Σταματούσαν οι δείχτες τού ρολογιού,

εξουθενωμένοι από το αιώνιο δρομολόγιο.

Τα σύννεφα πύκνωναν και αργοσκούραιναν,

ενώ στον ουρανό ξεσπούσαν τα τελευταία δάκρυα.

Ξεκινούσε ένα μεγάλο ταξίδι,

τόσο όμοιο και τόσο διαφορετικό από τα άλλα.

Ακόμα και το χώμα πενθούσε.

Η ιερότερη στιγμή γινόταν φθινοπωρινή στάχτη.

Όχι, δεν πέθαινε κάποιος θνητός.

Τα ζώα ούρλιαζαν στο δάσος,

λες και είχαν λαβωθεί ταυτόχρονα όλα.

Τα δέντρα αποχωρίζονταν τα φυλλώματά τους.

Λουλούδια δεν άνθιζαν.

Ο αέρας δυσκολευόταν ν’ αναπνεύσει.

Κάτι ακινητοποιούσε τούς ανθρώπους.

Ο ήλιος φοβόταν ν’ ανατείλει.

Το φεγγάρι δίσταζε να προβάλει.

Το κενό βασίλευε, το χάος,

όπως πριν δημιουργηθεί το Σύμπαν.

Μα τι συνέβαινε;

Πέθαινε η ίδια η Ψυχή,

που κάποιοι μάς διαβεβαίωναν ότι είναι αθάνατη.

Η παραίτηση ήταν εύκολη.

Οπισθοδρόμηση – όχι πορεία προς τα εμπρός.

Τόσο φτωχή η ανθρώπινη διάγνωση:

αυτοκτονία...
Εσείς θα καταφέρετε;

Αμέσως άλλαξα σα σκίτσο τη ημέρα,
ρίχνοντας την μπογιά απ’ τον κουβά,
έδειξα πάνω στην ανάγλυφή μας σφαίρα
ανάγλυφα του κόσμου τα καλά και τα στραβά.
Στα λέπια των ψαριών τα κρύα
εύκολα διάβασα τα δόγματα της κοσμοσυρροής.
Εσείς
θα καταφέρετε
να παίξετε τη νυκτωδία, σε ένα φλάουτο
από σωλήνες της υδρορροής;.....Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι

Κάποτε μια νύχτα θ' ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων γιά να
περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα' χουν πεθάνει, στις ράγες θα φυτρώνουν
μαργαρίτες απ' τα παιδικά μας πρωϊνά
κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος απο τόσους χειμώνες
τόσα τρένα που δεν σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν,
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
που είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;
Κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ' την τύχη ή τις αντιξοότητες,αλλά
απ' αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε
έξω
όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με
τους νεκρούς μου φίλους.
Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα
δε θα γραφτούν ποτέ...
Tάσος Λειβαδίτης

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Το μικρό μου παιδί
σοβαρή αταξία έκανε πάλι.
Στο πεζούλι του σύμπαντος σκαρφάλωσε,
σκούντησε με το χέρι του
το κρεμασμένο στον τοίχο τ’ ουρανού
κόκκινο πιάτο,
κι έχυσε όλο το φως επάνω του.

Ο θεός απόρησε
που είδε τον ήλιο
ντυμένο ρούχα παιδικά
να κατεβαίνει τρέχοντας
της φαντασίας μου τη σκάλα
και να ’ρχεται σε μένα.
Κι εγώ κάθομαι
τώρα
και μαλώνω αυστηρά
το μικρό μου παιδί
ενώ κλέβω κρυφά
τον χυμένο επάνω του ήλιο.
Κ.ΔΗΜΟΥΛΑ